περιστασιακά
επίρρημα1. Με τρόπο που συμβαίνει σε ορισμένες περιστάσεις ή κατά περιπτώσεις, χωρίς σταθερή ή τακτική συχνότητα.
2. Με τρόπο που πραγματοποιείται μόνο όταν το απαιτούν οι συνθήκες ή για συγκεκριμένες, πρόσκαιρες ανάγκες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Πηγαίνω στο γυμναστήριο περιστασιακά όταν έχω ελεύθερο χρόνο.
- Η Μαρία εργάζεται περιστασιακά ως διερμηνέας σε συνέδρια.
- Το σύστημα εμφανίζει περιστασιακά προβλήματα σύνδεσης.
- Ο παππούς μας ταξιδεύει περιστασιακά για να δει τα εγγόνια του.
- Κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης, περιστασιακά γινόταν αναφορά σε παλαιότερες αποφάσεις.