παντοτινά

επίρρημα

1. Με τρόπο που διαρκεί στο χρόνο χωρίς τέλος ή λήξη.

2. Χρησιμοποιείται για να δηλώσει ότι μια κατάσταση, σχέση ή συναίσθημα παραμένει σταθερό και αμετάβλητο στο μέλλον.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

προσωρινά παροδικά πρόσκαιρα προσωρινώς στιγμούλα βραχυπρόθεσμα εφήμερα στιγμιαία

Παραδείγματα χρήσης

  • Σ' αγαπώ παντοτινά.
  • Θα σε θυμάμαι παντοτινά.
  • Η μνήμη του θα ζει παντοτινά στις καρδιές μας.
  • Έδωσαν όρκους που θα κρατήσουν παντοτινά.
  • Αυτό το τραγούδι θα είναι παντοτινά αγαπημένο για μένα.
  • Φαίνεται πως οι δυο τους βρίσκονται παντοτινά σε διαμάχη.