μονίμως
επίρρημα1. Με τρόπο που διατηρείται σταθερά και αμετάβλητα στον χρόνο, χωρίς προσωρινές αλλαγές ή διακοπές.
2. Με μόνιμο χαρακτήρα σε σχέση με θέση, κατάσταση ή σχέση (π.χ. κατοικία, εργασία, κατάσταση υγείας), που υποδηλώνει μακρόχρονη ή διαρκή παρουσία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ζουν μονίμως στο εξωτερικό.
- Παραπονιέται μονίμως για τα ίδια πράγματα.
- Έρχεται μονίμως νωρίς στο γραφείο.
- Το μηχάνημα ήταν μονίμως σε λειτουργία.
- Η πόλη είναι μονίμως γεμάτη κόσμο.