συμπληρωμένος
επίθετο1. Που έχει γίνει πλήρες με την προσθήκη των απαιτούμενων στοιχείων, πληροφοριών ή τμημάτων, ώστε να μην λείπει τίποτα.
2. Που έχει ολοκληρωθεί ως προς τις λεπτομέρειες ή τα ελλείποντα μέρη και είναι έτοιμο για χρήση ή αξιολόγηση.
Συνώνυμα
ολοκληρωμένος τελειωμένος αποπερατωμένος πλήρης έτοιμος εμπλουτισμένος κομπλέ γεμάτος γεμισμένος μισοτελειωμένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο φάκελος με τα δικαιολογητικά είναι συμπληρωμένος.
- Ο κατάλογος των συμμετοχών είναι συμπληρωμένος, δεν δέχεται άλλες εγγραφές.
- Ο φάκελος της αίτησης παραδόθηκε συμπληρωμένος στον υπάλληλο.
- Ο προϋπολογισμός παρουσιάζεται συμπληρωμένος με τα πρόσθετα έξοδα.
- Ο πίνακας των αποτελεσμάτων θεωρείται συμπληρωμένος μετά την καταχώριση όλων των στοιχείων.