συνολικός
επίθετο1. Που αφορά ή εκφράζει το σύνολο ή το άθροισμα των επιμέρους στοιχείων ενός συνόλου.
2. Που αναφέρεται στο γενικό αποτέλεσμα ή την τελική έκβαση μετά από συνάθροιση ή αξιολόγηση επιμέρους μερών.
Συνώνυμα
ολικός ολόκληρος γενικός αθροιστικός συλλογικός καθολικός πλήρης απόλυτος μαζικός όλος ολόκληρο εντελής όλο ολοκληρωμένος ολοκληρωτικός ολιστικός συγκεντρωτικός κομπλέ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο συνολικός προϋπολογισμός του προγράμματος εγκρίθηκε.
- Η συνολική εικόνα της έρευνας δείχνει βελτίωση.
- Το συνολικό κόστος κατασκευής ήταν χαμηλότερο από το αναμενόμενο.
- Οι συνολικές απώλειες από την πλημμύρα ήταν σημαντικές.
- Οι συνολικοί βαθμοί των μαθητών ανακοινώθηκαν σήμερα.