συνολικός

επίθετο

1. Που αφορά ή εκφράζει το σύνολο ή το άθροισμα των επιμέρους στοιχείων ενός συνόλου.

2. Που αναφέρεται στο γενικό αποτέλεσμα ή την τελική έκβαση μετά από συνάθροιση ή αξιολόγηση επιμέρους μερών.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο συνολικός προϋπολογισμός του προγράμματος εγκρίθηκε.
  • Η συνολική εικόνα της έρευνας δείχνει βελτίωση.
  • Το συνολικό κόστος κατασκευής ήταν χαμηλότερο από το αναμενόμενο.
  • Οι συνολικές απώλειες από την πλημμύρα ήταν σημαντικές.
  • Οι συνολικοί βαθμοί των μαθητών ανακοινώθηκαν σήμερα.