κουφός

επίθετο

1. Που δεν ακούει ή έχει σοβαρή μείωση της ακοής, μερική ή ολική, είτε εκ γενετής είτε επίκτητη.

2. Που δεν ανταποκρίνεται σε ηχητικά ερεθίσματα ή σε προφορικές εκκλήσεις· σε μεταφορική χρήση, που δεν δίνει προσοχή ή δεν συμμορφώνεται με υποδείξεις.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο κουφός άνδρας δεν άκουσε το κουδούνι.
  • Η κουφή γυναίκα παρακολουθούσε το μάθημα με τη νοηματική.
  • Ο κουφός κορμός του δέντρου ήταν γεμάτος φωλιές.
  • Ο κουφός ήχος της καμπάνας αντηχούσε στην κοιλάδα.
  • Τα λόγια του ήταν κουφά και δεν έλυναν τίποτα.