πελάτης
ουσιαστικό1. Άτομο ή οργανισμός που αγοράζει προϊόντα ή υπηρεσίες από μια επιχείρηση ή προμηθευτή για προσωπική, επαγγελματική ή εμπορική χρήση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
πωλητής προμηθευτής πάροχος πωλήτρια προμηθεύτρια σύμβουλος σερβιτόρα πρακτορείο εκπρόσωπος μάγειρας ψυχολόγος πράκτορας μαγαζάτορας εργολάβος καταστηματάρχης υδραυλικός έμπορος τράπεζα ψυχίατρος επίτροπος θυρωρός αντιπροσωπεία διανομέας διαχειριστής εκδότης παραγωγός ιδιοκτήτης φωτογράφος λογιστής αντιπρόσωπος λειτουργός μάνατζερ χειριστής διοργανωτής πορτιέρης
Παραδείγματα χρήσης
- Ο πελάτης πλήρωσε με κάρτα στο ταμείο.
- Η δικηγόρος εξήγησε στον πελάτη της τις νομικές επιλογές.
- Η εταιρεία μας εξυπηρετεί πελάτες σε όλη τη χώρα.
- Ο πελάτης επικοινωνεί με τον διακομιστή για να λάβει δεδομένα.
- Ο πελάτης του καφενείου κάθεται στο ίδιο τραπέζι κάθε μέρα.