λογιστής
ουσιαστικό1. Άτομο που ασχολείται με τη σύνταξη, τήρηση και έλεγχο των οικονομικών βιβλίων και εγγραφών ενός οργανισμού ή φυσικού προσώπου, προετοιμάζει οικονομικές καταστάσεις, φορολογικές δηλώσεις και παρέχει λογιστικές συμβουλές.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο λογιστής ετοίμασε τις οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας.
- Καλέσαμε τον λογιστή για να συμπληρώσει τη φορολογική δήλωση.
- Οι λογιστές της εταιρείας συνεργάζονται με το τμήμα πωλήσεων.
- Ο λογιστής του συλλόγου κρατάει τα έξοδα και τα έσοδα τακτοποιημένα.
- Τον θεωρούν ως τον λογιστή της ομάδας, γιατί ενημερώνει πάντα τους πίνακες με τα σκορ.