χειριστής
ουσιαστικό1. Άτομο που χειρίζεται μηχανή, εργαλείο ή συσκευή, επιβλέποντας και ρυθμίζοντας τη λειτουργία της για την επίτευξη συγκεκριμένου σκοπού.
2. Άτομο που ελέγχει ή διευθύνει την πορεία οχήματος ή μηχανισμού κατά την εκτέλεση εργασιών.
Συνώνυμα
διαχειριστής ελεγκτής επιτηρητής χειραγωγός οδηγός συντονιστής λειτουργός χρήστης πιλότος τεχνικός μάστορας προγραμματιστής εργάτης πλοηγός υπεύθυνος εκτελεστής πράκτορας
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο χειριστής του γερανού σήκωσε προσεκτικά το κοντέινερ.
- Οι χειριστές του αεροσκάφους συνεργάστηκαν για την ασφαλή προσγείωση.
- Ο χειριστής του συστήματος άλλαξε τον κωδικό πρόσβασης.
- Ο χειριστής του drone παρακολουθούσε τις εικόνες σε πραγματικό χρόνο.
- Ο χειριστής του λογαριασμού έχει δικαιώματα επεξεργασίας.