διοργανωτής

ουσιαστικό

1. Άτομο ή ομάδα που οργανώνει και διευθύνει εκδηλώσεις, συναντήσεις ή δραστηριότητες, αναλαμβάνοντας τον σχεδιασμό, την οργάνωση και την επίβλεψη της υλοποίησής τους.

Συνώνυμα

οργανωτής οργανώτρια διοργανώτρια συνδιοργανωτής συντονιστής συντονίστρια υπεύθυνος υπεύθυνη διαχειριστής διαχειρίστρια επιμελητής επιμελήτρια οικοδεσπότης οικοδέσποινα παραγωγός προωθητής εμπνευστής εμπνεύστρια μαέστρος

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο διοργανωτής του συνεδρίου καλωσόρισε τους ομιλητές.
  • Η πόλη ευχαρίστησε τον διοργανωτή για την επιτυχημένη διοργάνωση του φεστιβάλ.
  • Οι διοργανωτές του μαραθωνίου φρόντισαν για τη σήμανση της διαδρομής.
  • Στο γραφείο μας υπάρχει ένας πλαστικός διοργανωτής για τα έγγραφα.
  • Η εφαρμογή λειτουργεί ως ψηφιακός διοργανωτής για τα ραντεβού και τις υπενθυμίσεις.