αγοραστής
ουσιαστικό1. Πρόσωπο ή οργανισμός που αγοράζει αγαθά ή υπηρεσίες έναντι χρημάτων ή άλλης ανταλλάξιμης αξίας.
2. Στο εμπόριο και στις συναλλαγές, το μέρος που αποκτά την κυριότητα ή το δικαίωμα χρήσης ενός προϊόντος ή περιουσίας μετά την ολοκλήρωση της αγοράς.
Συνώνυμα
αγοράστρια πελάτης καταναλωτής ψωνιστής καταναλώτρια πελάτισσα πλειοδότης συλλέκτης εντολέας επενδυτής
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο αγοραστής επέλεξε ένα καινούργιο κινητό από το κατάστημα.
- Ο αγοραστής του σπιτιού κατέθεσε επίσημη προσφορά χθες.
- Ο αγοραστής ζήτησε τιμή χονδρικής πριν κλείσει τη συμφωνία.
- Μόλις ο αγοραστής παρέλαβε τα προϊόντα, επικοινώνησε για την επιστροφή.
- Ο αγοραστής υπέγραψε το συμβόλαιο και έγινε ο νέος ιδιοκτήτης.