καταναλωτής

ουσιαστικό

1. Άτομο ή οργανισμός που χρησιμοποιεί ή καταναλώνει αγαθά και υπηρεσίες για ατομική, οικογενειακή ή κοινωνική χρήση, συνήθως ως τελικός αποδέκτης της παραγωγής.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο καταναλωτής δικαιούται εγγύηση όταν το προϊόν παρουσιάζει βλάβη.
  • Οι καταναλωτές επηρεάζουν τις τιμές με τη ζήτησή τους.
  • Στην τροφική αλυσίδα, ο καταναλωτής τρέφεται από τους παραγωγούς.
  • Η τηλεόραση είναι σημαντικός καταναλωτής ενέργειας στο σπίτι.
  • Ο καταναλωτής έχει δικαίωμα υπαναχώρησης σε αγορές μέσω διαδικτύου.