πελάτισσα
ουσιαστικόΓυναίκα που αγοράζει προϊόντα ή χρησιμοποιεί υπηρεσίες από επιχείρηση, κατάστημα ή επαγγελματία.
Συνώνυμα
πελάτης αγοράστρια αγοραστής καταναλώτρια καταναλωτής πελατάκι επισκέπτης εντολέας χρήστρια χρήστης συνδρομήτρια συνδρομητής ασθενής επισκέπτρια
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η πελάτισσα μπήκε στο κατάστημα και ρώτησε για τις διαθέσιμες φούστες.
- Η πελάτισσα του καφέ έχει πάντα την ίδια παραγγελία.
- Η πελάτισσα του δικηγόρου υπέγραψε τα σχετικά έγγραφα.
- Η πελάτισσα παραπονέθηκε στον υπεύθυνο για την ελλιπή εξυπηρέτηση.
- Η πελάτισσα ολοκλήρωσε την παραγγελία της από το ηλεκτρονικό κατάστημα.
- Η πελάτισσα επιστρέφει κάθε μήνα και συστήνει την επιχείρηση σε φίλες της.