διανομέας
ουσιαστικό1. Πρόσωπο ή υπηρεσία που αναλαμβάνει τη διανομή και παράδοση αγαθών, δεμάτων, επιστολών ή προϊόντων από τον αποστολέα στους παραλήπτες, συνήθως ως επαγγελματική δραστηριότητα.
Συνώνυμα
διανεμητής ταχυμεταφορέας ντελιβεράς κούριερ ταχυδρόμος μεταφορέας προμηθευτής πάροχος αντιπροσωπεία προμηθεύτρια χονδρέμπορος αντιπρόσωπος έμπορος μοίραστής φορέας
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο διανομέας άφησε την παραγγελία στην είσοδο του σπιτιού.
- Ο διανομέας του ταχυδρομείου παρέδωσε το πακέτο εγκαίρως.
- Ο διανομέας στο σύστημα ανάφλεξης πρέπει να ελεγχθεί από μηχανικό.
- Ο διανομέας της εταιρείας τροφοδοτεί τα καταστήματα της περιοχής.
- Ο διανομέας των φυλλαδίων μοίρασε εκατοντάδες αντίτυπα στην πλατεία.