ωφελούμενος

ουσιαστικό

1. Πρόσωπο ή οργανισμός που λαμβάνει όφελος, παροχή, υπηρεσία ή χρηματοδότηση από πρόγραμμα, δράση ή άλλη πηγή.

2. Αυτός που ωφελείται άμεσα ή έμμεσα από μια ενέργεια, πολιτική, συμφωνία ή κατάσταση.

Συνώνυμα

ωφελημένος επωφελούμενος δικαιούχος λήπτης αποδέκτης παραλήπτης δέκτης δικαιούμενος χρήστης κερδισμένος τυχερός πελάτης

Αντώνυμα

ωφελητής δωρητής ζημιωμένος βλαπτόμενος χορηγός πάροχος προμηθευτής χρηματοδότης παραχωρητής θιγόμενος κηδεμόνας

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο ωφελούμενος έλαβε την επιχορήγηση από το πρόγραμμα.
  • Η ωφελούμενη υπέβαλε όλα τα απαιτούμενα έντυπα στο γραφείο.
  • Οι ωφελούμενοι παρακολούθησαν σεμινάρια κατάρτισης.
  • Ο οργανισμός κατέβαλε στον ωφελούμενο την αποζημίωση για τις ζημίες.
  • Η κατανομή των πόρων προς τους ωφελούμενους έγινε με διαφάνεια.