χρήστης
ουσιαστικό1. Πρόσωπο ή ον που χρησιμοποιεί κάποιο αντικείμενο, υπηρεσία, χώρο ή εργαλείο για ορισμένο σκοπό.
2. Άτομο που χειρίζεται ή αξιοποιεί ένα σύστημα, πρόγραμμα ή εφαρμογή υπολογιστή, συχνά με διακριτό λογαριασμό πρόσβασης.
Συνώνυμα
ναρκομανής τοξικομανής εθισμένος χασικλής χρήστρια πελάτης καταναλωτής χειριστής συνδρομητής ωφελούμενος δικαιούχος καταναλώτρια μέλος επισκέπτης συμμετέχων δοκιμαστής παίκτης αποδέκτης πελάτισσα αναγνώστης κάτοχος λήπτης
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο χρήστης συνδέθηκε με το όνομα και τον κωδικό του.
- Οι χρήστες της εφαρμογής ζήτησαν ενημέρωση για τα νέα χαρακτηριστικά.
- Ο χρήστης του αυτοκινήτου πρέπει να ελέγξει τη στάθμη του λαδιού.
- Η κοινωνική υπηρεσία προσφέρει υποστήριξη σε κάθε χρήστη που έχει ανάγκη.
- Ένας μακροχρόνιος χρήστης ναρκωτικών χρειάζεται θεραπεία.