συνδρομητής

ουσιαστικό

1. Πρόσωπο ή οργανισμός που έχει εγγραφεί και πληρώνει ή έχει δικαίωμα πρόσβασης σε υπηρεσία, περιοδικό, ψηφιακό περιεχόμενο ή τηλεπικοινωνιακή σύνδεση για καθορισμένο χρονικό διάστημα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο συνδρομητής πλήρωσε την ετήσια συνδρομή του στον περιοδικό.
  • Οι συνδρομητές του καναλιού έφτασαν τις 10.000.
  • Είμαι συνδρομητής σε ένα διαδικτυακό ενημερωτικό δελτίο.
  • Ο συνδρομητής της σταθερής τηλεφωνικής γραμμής δήλωσε βλάβη.
  • Κάθε συνδρομητής δικαιούται πρόσβαση σε αποκλειστικό περιεχόμενο.