περιπλέκω
ρήμα1. Που τυλίγω ή δένω κάτι γύρω από κάτι άλλο, δημιουργώντας μπλεγμένη ή δυσνόητη διάταξη.
2. Που κάνω μια κατάσταση, υπόθεση ή σχέδιο πιο σύνθετο και δύσκολο να κατανοηθεί ή να επιλυθεί.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Οι πολλές λεπτομέρειες περιπλέκουν την υπόθεση.
- Μη περιπλέκεις τα πράγματα χωρίς λόγο.
- Η νέα απόφαση περιπλέκει ακόμα περισσότερο την κατάσταση.
- Το ζήτημα περιπλέκεται όταν δεν υπάρχουν σαφή στοιχεία.
- Δεν θέλω να περιπλέξω το πρόβλημα με επιπλέον αλλαγές.