ξεδιαλύνω
ρήμα1. Κάνω κάτι σαφές ή κατανοητό, απομακρύνοντας αμφιβολίες, ασάφειες ή παρανοήσεις.
2. Ξεμπλέκω και διαχωρίζω στοιχεία που ήταν μπερδεμένα ή ανακατωμένα, ώστε να γίνει η δομή τους ευδιάκριτη.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Πρέπει να ξεδιαλύνω το μπερδεμένο νήμα πριν ράψω.
- Προσπάθησα να ξεδιαλύνω τα μαλλιά της μικρής πριν τη σχολική φωτογράφιση.
- Θέλω να ξεδιαλύνω την υπόθεση ώστε να μάθουμε την αλήθεια.
- Χρειάζεται να ξεδιαλύνω τα οικονομικά στοιχεία πριν κλείσει ο μήνας.
- Είναι δύσκολο να ξεδιαλύνω τις σχέσεις μέσα στην οικογένεια χωρίς ειλικρινή συζήτηση.