κορασίδα
ουσιαστικόΝεαρή γυναίκα, συνήθως έφηβη ή σε πρώτη νεότητα, που χαρακτηρίζεται από νιότητα και συχνά από αδελφότητα ή αθωότητα, με χρήση συχνά λογοτεχνική ή επίσημη.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η κορασίδα κρατούσε ένα μπουκέτο λουλούδια.
- Όλοι γνώριζαν τη κορασίδα του χωριού για την ομορφιά της.
- Στο ποίημα, η κορασίδα συμβολίζει την αθωότητα και την ελπίδα.
- Οι κορασίδες του χορού φορούσαν παραδοσιακές φορεσιές.
- Τη θυμόταν ως κορασίδα, γεμάτη όνειρα και φιλοδοξίες.