γριά

ουσιαστικό

Γυναίκα μεγάλης ή προχωρημένης ηλικίας, που ανήκει στη φάση της ζωής συνήθως αναγνωριζόμενη από σωματικά ή κοινωνικά χαρακτηριστικά της τρίτης ηλικίας.

Συνώνυμα

ηλικιωμένη γηραιά γερόντισσα γριούλα γριάτσα γριούδι γριαστέρα παλιογριά γιαγιά γιαγιούλα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η γριά πέρασε αργά απέναντι κρατώντας ένα καλάθι.
  • Η γριά μου έλεγε ιστορίες πριν κοιμηθώ.
  • Μην την αποκαλείς γριά, είναι προσβολή.
  • Έλα εδώ, γριά, βοήθησέ με να σηκώσω αυτό το σακί!
  • Η γριά γάτα της οικογένειας ζητάει φαγητό κάθε βράδυ.
  • Η γριά πόλη είχε στενά δρομάκια και πέτρινα σπίτια.