ντοκουμέντο

ουσιαστικό

Έγγραφο, στοιχείο ή μαρτυρία που χρησιμοποιείται ως απόδειξη ή τεκμήριο για ένα γεγονός, μια υπόθεση ή μια πληροφορία.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το παλιό ντοκουμέντο αποδεικνύει ότι το κτίριο χτίστηκε τον 19ο αιώνα.
  • Η επιστολή θεωρείται πολύτιμο ντοκουμέντο για την ιστορία της πόλης.
  • Στο αρχείο βρέθηκαν σπάνια ντοκουμέντα της εποχής.
  • Η ταινία είναι ένα σημαντικό ντοκουμέντο για τη ζωή των εργατών.
  • Η φωτογραφία αυτή αποτελεί σημαντικό ντοκουμέντο των γεγονότων.