γενικός
επίθετο1. Που αφορά ή εφαρμόζεται σε μεγάλο αριθμό περιπτώσεων ή στο σύνολο, όχι σε συγκεκριμένο ή ειδικό στοιχείο.
2. Που χαρακτηρίζεται από έλλειψη λεπτομέρειας ή ειδικής διαφοροποίησης, ευρύς και μη εξειδικευμένος.
Συνώνυμα
στρατηγός συνολικός καθολικός αόριστος απροσδιόριστος γενικευμένος αδρομερής συνοπτικός οικουμενικός ευρύς πλατύς κοινός τυπικός συνήθης επιφανειακός περιληπτικός ολικός συγκεντρωτικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η γενική εντύπωση από την έκθεση ήταν θετική.
- Ο γενικός διευθυντής ανακοίνωσε αλλαγές στη διοίκηση.
- Στη γραμματική, η γενική δηλώνει σχέση κτήσης.
- Η γενική αναισθησία διαρκεί περισσότερη ώρα από την τοπική.
- Τις επόμενες εβδομάδες θα γίνουν οι γενικές εκλογές.
- Κατά γενικές γραμμές, το πρόγραμμα λειτουργεί σωστά.