οικουμενικός
επίθετο1. Που αφορά ή εκτείνεται σε όλη την ανθρωπότητα ή σε όλο τον κόσμο, χωρίς γεωγραφικούς ή πολιτισμικούς περιορισμούς.
Συνώνυμα
παγκόσμιος καθολικός διεθνής πανανθρώπινος οικουμενιστικός πανχριστιανικός παγκοσμιοποιημένος κοσμοπολίτικος γενικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η οικουμενική σύνοδος συζήτησε θέματα πίστης και τάξης.
- Η τέχνη του έχει οικουμενικό χαρακτήρα και αγγίζει ανθρώπους σε όλο τον κόσμο.
- Η πανδημία απέδειξε τις οικουμενικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα.
- Η ταινία απέκτησε οικουμενική απήχηση χάρη στο καθολικό της μήνυμα.
- Οι διαπραγματεύσεις είχαν έναν πιο οικουμενικό προσανατολισμό, με συμμετέχοντες από πολλές χώρες.