νάρκωση

ουσιαστικό

1. Κατάσταση προσωρινής απώλειας ή σημαντικής μείωσης της αισθητικότητας και συχνά της συνείδησης, που προκαλείται ιατρικά με χορήγηση αναισθητικών ή άλλων κατασταλτικών ουσιών ώστε να αποφευχθεί ο πόνος κατά την εκτέλεση χειρουργικών ή διαγνωστικών επεμβάσεων.

Συνώνυμα

αναισθησία αναισθητοποίηση καταστολή νάρκη ύπνος κώμα μέθη λήθαργος υπνηλία ύπνωση υπνωτισμός ναρκωμάρα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η νάρκωση του ασθενούς ήταν επιτυχής.
  • Υποβλήθηκε σε γενική νάρκωση για το χειρουργείο.
  • Κατά την νάρκωση δεν ένιωθα πόνο ούτε άγχος.
  • Η νάρκωση του αλόγου έγινε με προσοχή από τον κτηνίατρο.
  • Μετά το ατύχημα έμεινε σε νάρκωση λόγω του σοκ.