ερασιτέχνης
ουσιαστικόΠρόσωπο που ασχολείται με κάποια τέχνη, δραστηριότητα ή επιστήμη ως χόμπι ή μη επαγγελματικά, χωρίς να αποτελεί την κύρια επαγγελματική του απασχόληση και χωρίς απαραίτητα πλήρη εξειδίκευση ή επαγγελματική κατάρτιση στον τομέα.
Συνώνυμα
ερασιτεχνιστής ιδιώτης ερασιτεχνίσκος χόμπιστας πρωτάρης αρχάριος ακατάρτιστος άπειρος νεοεισερχόμενος πρωτοεμφανιζόμενος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ερασιτέχνης ζωγράφος έδειξε τα έργα του στην έκθεση του χωριού.
- Κάθε Σάββατο παίζει ποδόσφαιρο ως ερασιτέχνης, γιατί εργάζεται τις καθημερινές.
- Ο ερασιτέχνης θίασος της γειτονιάς ανέβασε μια επιτυχημένη παράσταση.
- Συμμετέχει στον διαγωνισμό ως ερασιτέχνης, χωρίς επαγγελματική εμπειρία.
- Παρά το ότι είναι ερασιτέχνης, οι φωτογραφίες του έχουν επαγγελματική αισθητική.