ασκούμενος
ουσιαστικό1. Άτομο που εκτελεί πρακτική άσκηση σε φορέα, επιχείρηση ή οργανισμό με σκοπό την απόκτηση επαγγελματικής εμπειρίας και δεξιοτήτων.
Συνώνυμα
μαθητευόμενος εκπαιδευόμενος μαθητευτής δόκιμος μαθητής σπουδαστής πρακτικάριος ίντερν νεοεισερχόμενος υποψήφιος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ασκούμενος γιατρός ανέλαβε την περίθαλψη των ασθενών της βραδινής βάρδιας.
- Η ασκούμενη δικηγόρος ετοίμασε τη νομική έρευνα για την υπόθεση.
- Οι ασκούμενοι φοιτητές ολοκλήρωσαν την πρακτική τους στο εργαστήριο.
- Η ασκούμενη πίεση στο υλικό οδήγησε σε παραμόρφωση.
- Μετά από έξι μήνες, ο ασκούμενος απέκτησε αυτοπεποίθηση στην εκτέλεση των καθηκόντων.