τεχνικός
άλλο1. Που σχετίζεται με την τεχνική, τις πρακτικές δεξιότητες ή την εφαρμογή εξειδικευμένης γνώσης σε έναν τομέα.
Συνώνυμα
μηχανοτεχνίτης τεχνίτης μάστορας μηχανικός τεχνολόγος ειδικός επισκευαστής συντηρητής χειροτέχνης τεχνολογικός εξειδικευμένος προπονητής βιοτέχνης χειριστής τεχνοκράτης ηλεκτρονικός ηλεκτρολόγος υδραυλικός συγκολλητής προγραμματιστής πρακτικός επαγγελματίας κατασκευαστής ειδικευμένος λειτουργός επαγγελματικός εμπειρογνώμονας
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο τεχνικός ήρθε να επισκευάσει το ψυγείο.
- Οι τεχνικοί εργάστηκαν όλο το βράδυ για την επαναφορά του δικτύου.
- Το ζήτημα είναι καθαρά τεχνικό και χρειάζεται ειδικό εξοπλισμό.
- Η ανάλυση του τεχνικού σχεδίου έδειξε σφάλματα στη μέτρηση.
- Πρέπει να αντιμετωπίσουμε τα θέματα τεχνικά πριν συνεχίσουμε.