συγχέω

ρήμα

Προκαλώ σύγχυση σε κάποιον ή κάτι, έτσι ώστε να δυσκολεύεται να καταλάβει, να ξεχωρίσει ή να οργανώσει σωστά πληροφορίες, σκέψεις ή καταστάσεις.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το πολύπλοκο διάγραμμα με συγχέει.
  • Μη συγχέεις τις δύο έννοιες, γιατί είναι διαφορετικές.
  • Το έντονο φως με συνέχεε και δεν έβλεπα καλά.
  • Η ομοιότητα των ονομάτων συγχέει πολλούς ανθρώπους.
  • Δεν πρέπει να συγχέουμε τα αίτια με τα αποτελέσματα.