διαφοροποιούμαι
ρήμα1. Γίνομαι διαφορετικός σε σχέση με κάτι άλλο, παρουσιάζοντας διακριτά χαρακτηριστικά, ιδιότητες ή συμπεριφορές.
2. Τροποποιώ ή μεταβάλλω στοιχεία, διαδικασίες ή στάσεις ώστε να ξεχωρίζω από άλλα άτομα, ομάδες, προϊόντα ή ιδέες.
Συνώνυμα
διαφέρω διαφοροποιώ ξεχωρίζω ξεχωρίζομαι αποκλίνω παρεκκλίνω διακρίνομαι διαχωρίζω διαχωρίζομαι παραλλάσσω ποικίλλω μεταβάλλομαι αλλάζω
Αντώνυμα
μοιάζω ομοιογενοποιούμαι ομογενοποιούμαι συμμορφώνομαι συμβαδίζω συγκλίνω ομοιάζω ταυτίζομαι ταιριάζω ενσωματώνομαι αφομοιώνομαι εναρμονίζομαι εξομοιώνομαι συμφωνώ
Παραδείγματα χρήσης
- Ως προς τον τρόπο που εργάζομαι, διαφοροποιούμαι από τους συναδέλφους μου.
- Πρέπει να διαφοροποιούμαι ανάλογα με την περίσταση για να είμαι αποτελεσματικός.
- Ως εταιρεία, διαφοροποιούμαι προσφέροντας μεγαλύτερη ποικιλία προϊόντων για να μειώσω τον κίνδυνο.
- Με τα χρόνια διαφοροποιούμαι ως προς τις απόψεις μου σχετικά με την πολιτική.
- Στα κείμενά μου διαφοροποιούμαι με τη χρήση παραδειγμάτων και προσωπικών ιστοριών.