λογοκλοπή

ουσιαστικό

Πράξη κατά την οποία παρουσιάζονται ως δικά του τα γραπτά, οι ιδέες, οι εκφράσεις ή το έργο άλλου χωρίς αναγνώριση της πηγής, παραβιάζοντας την ακαδημαϊκή και ηθική δεοντολογία.

Συνώνυμα

αντιγραφή κλοπή καπήλευση πλαστογραφία πλαστοποίηση κοπιάρισμα πλαστογράφηση απομίμηση παραποίηση υφαρπαγή υποκλοπή παραχάραξη

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η λογοκλοπή βλάπτει την ακαδημαϊκή ακεραιότητα.
  • Ο φοιτητής αποβλήθηκε επειδή έκανε λογοκλοπή στην εργασία του.
  • Οι εκδότες ελέγχουν τα κείμενα για λογοκλοπή πριν τη δημοσίευση.
  • Η επιστημονική επιτροπή διερεύνησε την ύποπτη λογοκλοπή στο άρθρο.
  • Το πρόγραμμα ανίχνευσης εντόπισε λογοκλοπή στον πηγαίο κώδικα.