μετάφραση
ουσιαστικό1. Διαδικασία ή πράξη απόδοσης γραπτού ή προφορικού κειμένου ή μηνύματος από μια γλώσσα σε άλλη με σκοπό τη μεταβίβαση του νοήματος και της επικοινωνίας.
Συνώνυμα
απόδοση ερμηνεία διερμηνεία μεταγλώττιση υποτιτλισμός παράφραση μεταγραφή μεταφορά διασκευή υπότιτλος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η μετάφραση του μυθιστορήματος ήταν πιστή στο πρωτότυπο.
- Ο διερμηνέας παρείχε μετάφραση σε πραγματικό χρόνο στη σύσκεψη.
- Η ομορφιά του ποιήματος χάθηκε στη μετάφραση.
- Στείλε μου τη μετάφραση μόλις την ολοκληρώσεις.
- Η αυτόματη μετάφραση του κειμένου έκανε πολλά λάθη.