λυτρώνομαι
ρήμα1. Υποβάλλομαι σε διαδικασία ή ενέργεια που έχει ως αποτέλεσμα την απομάκρυνση δεσμών, περιορισμών ή εξωτερικής καταπίεσης και την κατάκτηση ελευθερίας από κατάσταση αιχμαλωσίας ή εξουσίας.
Συνώνυμα
σώζομαι ελευθερώνομαι απελευθερώνομαι διασώζομαι εξιλεώνομαι εξαγνίζομαι απαλλάσσομαι συγχωρούμαι ανακουφίζομαι γλιτώνω ξελασπώνομαι αναγεννιέμαι παρηγορούμαι απεγκλωβίζομαι ξεμπλοκάρομαι
Αντώνυμα
χάνομαι καταστρέφομαι εγκλωβίζομαι φυλακίζομαι υποδουλώνομαι παγιδεύομαι καταπιέζομαι βυθίζομαι υποφέρω
Παραδείγματα χρήσης
- Πιστεύω ότι με τη μετάνοια λυτρώνομαι.
- Μετά από ώρες εγκλωβισμού, όταν με απελευθέρωσαν, λυτρώνομαι από τον φόβο.
- Όταν μιλάω για το παρελθόν, νιώθω ανακούφιση και λυτρώνομαι.
- Θα νιώθω πως λυτρώνομαι όταν ξεπληρώσω όλα μου τα χρέη.
- Κάθε φορά που με συγχωρούν, λυτρώνομαι και μπορώ να προχωρήσω.