ελπιδοφόρος
επίθετο1. Που προκαλεί ή τροφοδοτεί αισθήματα ελπίδας για θετική εξέλιξη ή επιτυχία.
2. Που δείχνει σημάδια ότι κάτι μπορεί να εξελιχθεί ευνοϊκά.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
δυσοίωνος απελπιστικός αποθαρρυντικός απογοητευτικός ζοφερός ανησυχητικός δυσμενής σκοτεινός καταστροφικός απελπισμένος απαισιόδοξος αρνητικός απειλητικός καταθλιπτικός
Παραδείγματα χρήσης
- Ο νέος επιστήμονας φαίνεται ελπιδοφόρος.
- Η ανακάλυψη έδωσε ελπιδοφόρα σημάδια για τη θεραπεία.
- Οι πρώτες δοκιμές ήταν ελπιδοφόρες.
- Το αποτέλεσμα της έρευνας ήταν ελπιδοφόρο.
- Τα νέα μέτρα δημιούργησαν ελπιδοφόρες προοπτικές για την οικονομία.