χορηγώ
ρήμα1. Παρέχω σε πρόσωπο, οργανισμό ή έργο αγαθά, χρήματα, υπηρεσίες ή πόρους με σκοπό την κάλυψη αναγκών, τη διευκόλυνση δραστηριοτήτων ή την υλοποίηση σκοπού.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Εγώ χορηγώ την άδεια για την κατασκευή του κτιρίου.
- Εγώ χορηγώ χρηματοδότηση στο φιλανθρωπικό πρόγραμμα κάθε χρόνο.
- Εγώ χορηγώ το φάρμακο στον ασθενή σύμφωνα με τις οδηγίες του γιατρού.
- Εγώ χορηγώ υποτροφίες σε εξαιρετικούς φοιτητές.
- Εγώ χορηγώ άδεια χρήσης του λογισμικού σε συνεργαζόμενες εταιρείες.