υπερασπίζομαι
ρήμα1. Προστατεύω κάποιον ή κάτι από σωματική, νομική ή ηθική βλάβη ή επίθεση.
2. Υποστηρίζω δημόσια ή λεκτικά μια άποψη, πράξη ή πρόσωπο με επιχειρήματα.
3. Αντιμετωπίζω κατηγορίες ή επικρίσεις εξηγώντας ή δικαιολογώντας ενέργειες και κίνητρα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
εναντιώνομαι αντιτάσσομαι επιτίθεμαι αντιπαρατίθεμαι κατηγορώ απεμπολώ καταγγέλλω προσβάλλω χλευάζω χτυπώ αποδομώ κακολογώ καταρρίπτω κράζω σφυροκοπώ επικρίνω υπονομεύω αμφισβητώ αποδοκιμάζω προδίδω εγκαταλείπω καταδιώκω παρακάμπτω υφίσταμαι αναιρούμαι ανακρίνω επιρρίπτω καταψηφίζω παρωδίζω προσάπτω αποκηρύσσω λοιδορώ υποτάσσομαι αποκαλώ
Παραδείγματα χρήσης
- Εγώ υπερασπίζομαι τον αδελφό μου όταν τον αδικούν.
- Ως δικηγόρος, υπερασπίζομαι τους πελάτες μου στο δικαστήριο.
- Συχνά, υπερασπίζομαι τις ιδέες μου με επιχειρήματα.
- Όταν με κατηγορούν, υπερασπίζομαι τον εαυτό μου με ψυχραιμία.
- Σε καιρό πολέμου, υπερασπίζομαι την πατρίδα μου.
- Στη συνεδρίαση, υπερασπίζομαι τα δικαιώματα των συναδέλφων μου.