ταλαιπωρία
ουσιαστικό1. Κατάσταση σωματικής ή ψυχικής κόπωσης και δυσφορίας που προκύπτει από παρατεταμένη προσπάθεια, ασθένεια ή αντίξοες συνθήκες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ταλαιπωρία του ταξιδιού τον είχε εξαντλήσει.
- Η ταλαιπωρία στην εφορία κράτησε ώρες και κανείς δεν ήξερε τι να απαντήσει.
- Μετά την εγχείρηση, η ταλαιπωρία του ασθενούς άρχισε να μειώνεται.
- Τα παλιά παπούτσια δείχνουν ταλαιπωρία και χρειάζονται αντικατάσταση.
- Δεν θέλω άλλη ταλαιπωρία με τα χαρτιά αυτά, ας τα τακτοποιήσουμε μια φορά.