σύγκλιση

ουσιαστικό

1. Φαινόμενο ή διαδικασία κατά την οποία δύο ή περισσότερα σημεία, γραμμές, στοιχεία ή καταστάσεις πλησιάζουν και καταλήγουν σε κοινό σημείο ή κοινή κατάσταση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η σύγκλιση της ακολουθίας προς το μηδέν αποδείχθηκε.
  • Τα δύο κόμματα ανακοίνωσαν τη σύγκλιση των πολιτικών τους θέσεων σε βασικά ζητήματα.
  • Υπήρξε σύγκλιση των διαδηλωτών στην κεντρική πλατεία το απόγευμα.
  • Η σύγκλιση των τεχνολογιών πληροφορικής και τηλεπικοινωνιών δημιουργεί νέες επιχειρηματικές ευκαιρίες.
  • Στην εξελικτική βιολογία, η σύγκλιση μορφών αντικατοπτρίζει προσαρμογή σε παρόμοια περιβάλλοντα.