συνεπής
επίθετο1. Που τηρεί τις δεσμεύσεις, τις υποχρεώσεις ή τις υποσχέσεις του με αξιοπιστία και σταθερότητα.
2. Που παρουσιάζει εσωτερική λογική και συνοχή, χωρίς αντιφάσεις ανάμεσα σε ιδέες, λόγια ή πράξεις.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο συνεργάτης ήταν πάντα συνεπής στις προθεσμίες.
- Η Μαρία παραμένει συνεπής στις αρχές της.
- Η περιγραφή του φαινομένου είναι συνεπής με τα πειραματικά δεδομένα.
- Ο καθηγητής παρέμεινε συνεπής στη μέθοδό του καθ' όλη τη χρονιά.
- Παρά τις δυσκολίες, η ομάδα έδειξε συνεπής στάση και υπευθυνότητα.