συμβατός

επίθετο

1. Που μπορεί να συνυπάρχει ή να συνεργάζεται με άλλο πρόσωπο, πράγμα ή σύστημα χωρίς να προκαλεί σύγκρουση ή διαταραχή.

2. Που βρίσκεται σε συμφωνία ή εναρμόνιση με κανόνες, προδιαγραφές, πρότυπα ή άλλες απαιτήσεις.

Συνώνυμα

ταιριαστός σύμφωνος εναρμονισμένος διαλειτουργικός συνταιριαστός αρμονικός συνεπής αντίστοιχος συντονισμένος αρμόζων παραδεκτός συναφής προσαρμοσμένος προσαρμόσιμος αποδεκτός κατάλληλος πρέπων

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το νέο τηλέφωνο είναι συμβατό με όλους τους φορτιστές USB-C.
  • Η εφαρμογή δεν είναι συμβατή με την παλιά έκδοση του λειτουργικού.
  • Αν και έχουν διαφορετικά ενδιαφέροντα, είναι πολύ συμβατοί ως ζευγάρι.
  • Ο δότης και ο λήπτης πρέπει να είναι συμβατοί για να γίνει η μεταμόσχευση.
  • Το υλικό είναι συμβατό με τα ευρωπαϊκά πρότυπα.