συνεδρίαση
ουσιαστικό1. Συγκέντρωση μελών ενός οργάνου, επιτροπής ή ομάδας σε καθορισμένο χρόνο και χώρο για συζήτηση, εξέταση θεμάτων και λήψη αποφάσεων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου αρχίζει στις εννέα το πρωί.
- Κατά τη συνεδρίαση της ολομέλειας συζητήθηκε το νέο νομοσχέδιο.
- Η συνεδρίαση στο δικαστήριο διακόπηκε λόγω έλλειψης μαρτύρων.
- Έχω συνεδρίαση με τον ψυχολόγο σήμερα το απόγευμα.
- Η συνεδρίαση του συνεδρίου για την τεχνολογία περιλαμβάνει παρουσιάσεις και εργαστήρια.