συναίσθημα
ουσιαστικόΕσωτερική ψυχική κατάσταση ή εμπειρία που συνοδεύεται από υποκειμενικές αισθήσεις, γνωστικές αξιολογήσεις και σωματικές αντιδράσεις, η οποία επηρεάζει τη συμπεριφορά και την αντίδραση του ατόμου.
Συνώνυμα
αίσθημα συγκίνηση πάθος συναισθηματισμός συναισθηματικότητα τρυφερότητα στοργή συμπάθεια αντιπάθεια ζήλια ζηλοτυπία θυμός οργή λύπη θλίψη χαρά ευφορία έκσταση φόβος αγωνία ανησυχία ντροπή αμηχανία επιθυμία πόθος λαχτάρα αγάπη μίσος απογοήτευση μελαγχολία έρωτας ένστικτο αίσθηση θέρμη μανία ψυχολογία
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το συναίσθημα της χαράς τον πλημμύρισε.
- Είχε ένα περίεργο συναίσθημα ότι κάτι θα πήγαινε στραβά.
- Το συναίσθημα της συμπόνιας τον ώθησε να βοηθήσει.
- Δεν ένιωθε κανένα συναίσθημα μετά το σοκ.
- Το συναίσθημα ασφάλειας στην ομάδα βελτιώθηκε μετά τις αλλαγές.