συνέλευση

ουσιαστικό

1. Συνάθροιση προσώπων σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο για συζήτηση, ανταλλαγή απόψεων, ενημέρωση ή λήψη συλλογικών αποφάσεων.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η συνέλευση του χωριού αποφάσισε να επισκευάσει το παλιό γεφύρι.
  • Η συνέλευση των μετόχων επικύρωσε τον ισολογισμό της εταιρείας.
  • Η συνέλευση των φοιτητών διοργάνωσε μαζική κινητοποίηση για το πρόγραμμα σπουδών.
  • Η συνέλευση του κοινοβουλίου συζήτησε το νέο νομοσχέδιο.
  • Μια συνέλευση στην πλατεία συγκέντρωσε χιλιάδες πολίτες για διαμαρτυρία.