συμμετέχω

ρήμα

1. Παίρνω μέρος σε δραστηριότητα, εκδήλωση, συζήτηση ή διαδικασία μαζί με άλλους.

2. Συνεισφέρω ή συμβάλλω ενεργά σε κοινή προσπάθεια, έργο ή απόφαση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Θα συμμετέχω στο σεμινάριο αύριο.
  • Εμείς συμμετέχουμε στον διαγωνισμό κάθε χρόνο.
  • Οι μαθητές συμμετείχαν ενεργά στην τάξη.
  • Μη διστάσεις να συμμετέχεις στη συζήτηση.
  • Πολλοί εθελοντές συμμετέχουν στις δράσεις καθαρισμού της παραλίας.