σέβομαι
ρήμα1. Επιδεικνύω στάση ευπρέπειας και αναγνώρισης προς κάποιο πρόσωπο, ομάδα, ιδέα ή θεσμό, αποφεύγοντας την προσβολή, την υποτίμηση ή την παραβίαση των δικαιωμάτων τους.
Συνώνυμα
τιμώ ευλαβούμαι αιδέομαι υποκλίνομαι εκτιμώ εκτιμάω αναγνωρίζω υπολογίζω τηρώ θαυμάζω λατρεύω προσκυνώ συμπαθώ
Αντώνυμα
περιφρονώ καταφρονώ απαξιώνω υποτιμώ εξευτελίζω ατιμάζω εξουθενώνω παραβιάζω υβρίζω ξεφτιλίζω πειράζω θίγω κοροϊδεύω βρίζω γελοιοποιώ εκμεταλλεύομαι εμπαίζω κακομεταχειρίζομαι παρωδίζω περιγελώ σνομπάρω μισώ αγνοώ αποστρέφομαι χλευάζω λοιδορώ κατακρίνω πατάω αθετώ αμελώ εκβιάζω παρακάμπτω ταπεινώνω δουλεύω αδικώ καταδιώκω ξεσκίζω χειραγωγώ κακοποιώ αμφισβητώ υποτιμάω αντιπαθώ απεχθάνομαι εκμηδενίζω σιχαίνομαι αψηφώ τρολάρω
Παραδείγματα χρήσης
- Τον σέβομαι για την ειλικρίνειά του.
- Πρέπει να σέβομαι τους κανόνες του σχολείου.
- σέβομαι την άποψή σου, ακόμα κι αν διαφωνώ.
- σέβομαι το περιβάλλον και προσπαθώ να μην μολύνω.
- σέβομαι τη μνήμη των προγόνων μου.