πηγαίνω
ρήμα1. Μετακινούμαι από ένα σημείο σε άλλο, πεζός ή με κάποιο μέσο μεταφοράς.
2. Κατευθύνομαι προς έναν τόπο ή πρόσωπο με σκοπό την επίσκεψη, τη συμμετοχή ή την εκτέλεση κάποιας δραστηριότητας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Εγώ πηγαίνω στο γραφείο κάθε πρωί με το μετρό.
- Σήμερα το απόγευμα πηγαίνω στο γιατρό για έναν έλεγχο.
- Κάθε καλοκαίρι πηγαίνω στη θάλασσα με την οικογένειά μου.
- Αν πηγαίνω νωρίς, βρίσκω πάντα πάρκινγκ δίπλα στο μαγαζί.
- Τώρα πηγαίνω να μαγειρέψω πριν έρθουν οι καλεσμένοι.