νέος
άλλο1. Που έχει μικρή ηλικία ή βρίσκεται σε πρώιμο στάδιο ζωής ή εξέλιξης σε σχέση με το σύνηθες.
2. Που έχει δημιουργηθεί, εγκατασταθεί ή τεθεί σε χρήση πρόσφατα και δεν προέρχεται από παλαιότερη κατάσταση.
Συνώνυμα
καινούριος καινούργιος καινός νεαρός νεανίας νεανίσκος νεότατος φρέσκος πρόσφατος νεοφερμένος νεοεισερχόμενος νεοσύστατος πρωτοεμφανιζόμενος πρωτάρης νεόκοπος άντρας παλικάρι παλληκάρι νεανικός παλικαράκι νεογέννητος άγουρος νεογνός πρωτότυπος σύγχρονος ανήλικος εφήβος καινοφανής πρωτοετής πρωτόγνωρος
Αντώνυμα
παλιός παλαιός αρχαίος γηρασμένος γέρος γηραιός ηλικιωμένος καθιερωμένος πρεσβύτερος φθαρμένος παλιά γέροντας γερασμένος μεταχειρισμένος παλαιωμένος παππούλης πεπαλαιωμένος παλαιότερος προηγούμενος παρωχημένος ξεπερασμένος ώριμος παμπάλαιος αρχαϊκός κλασικός κοράσι παλαιότατος μεσήλικας γιαγιά επαγγελματίας εκπαιδευτής νήπιο
Παραδείγματα χρήσης
- Ο νέος μαθητής καθόταν στην πρώτη σειρά.
- Η νέα ταινία κυκλοφόρησε χθες.
- Αγόρασα ένα νέο κινητό τηλέφωνο.
- Οι νέοι εργαζόμενοι εκπαιδεύονται αυτή την εβδομάδα.
- Οι νέες τεχνολογίες αλλάζουν την αγορά.
- Είναι νέος στην πόλη και δεν ξέρει τα μέρη.