προηγούμενος
επίθετο1. Που προηγείται σε χρόνο ή ακολουθία σε σχέση με κάτι άλλο.
2. Που βρίσκεται πριν σε θέση ή σειρά σε χρονολογική, ταξινομική ή χωροταξική διάταξη.
3. Που κατείχε ή εκτελούσε προηγουμένως συγκεκριμένη θέση, κατάσταση ή ρόλο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
επόμενος μεταγενέστερος μετέπειτα επερχόμενος διάδοχος σημερινός ακόλουθος παρόν επακόλουθος ύστερος ερχόμενος νέος πρόσφατος νεότερος μελλοντικός τελευταίος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο προηγούμενος μήνας είχε πολύ βροχή.
- Στην παρουσίαση, η προηγούμενη διαφάνεια είχε τα βασικά στοιχεία.
- Ο προηγούμενος διευθυντής μας παραιτήθηκε πέρυσι.
- Το προηγούμενο επεισόδιο τελείωσε με μια ανατροπή.
- Οι προηγούμενοι ιδιοκτήτες είχαν ανακαινίσει το κτίριο.
- Τα προηγούμενα χρόνια ήταν δύσκολα για πολλούς ανθρώπους.