γιαγιά
ουσιαστικό1. Γυναίκα που είναι μητέρα του γονέα ενός ατόμου· μέλος της οικογένειας στην τρίτη γενιά που έχει εγγόνια.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η γιαγιά μου φτιάχνει πάντα σπιτικό ψωμί.
- Έλα εδώ, γιαγιά, να σου δείξω το καινούριο μου παιχνίδι.
- Την Κυριακή θα επισκεφτούμε την γιαγιά στο χωριό.
- Η Μαρία έγινε γιαγιά και είναι πολύ χαρούμενη.
- Η γιαγιά την έμαθε να πλέκει και να διηγείται ιστορίες.