πρωτοεμφανιζόμενος

επίθετο

1. Που εμφανίζεται για πρώτη φορά σε συγκεκριμένο χώρο, χρόνο ή πλαίσιο.

2. Που κάνει την πρώτη του δημόσια παρουσία ή συμμετοχή σε γεγονός, δραστηριότητα ή ομάδα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

επανεμφανιζόμενος καθιερωμένος έμπειρος βετεράνος γνωστός επαναλαμβανόμενος παλαιός κατεστημένος

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο πρωτοεμφανιζόμενος συγγραφέας παρουσίασε το πρώτο του μυθιστόρημα σε μεγάλο κοινό.
  • Η πρωτοεμφανιζόμενη ταινία κέρδισε το βραβείο καλύτερης σκηνοθεσίας.
  • Οι πρωτοεμφανιζόμενοι καλλιτέχνες είχαν αφιερώσει πολύ χρόνο στην προετοιμασία της έκθεσης.
  • Το σφάλμα είναι πρωτοεμφανιζόμενο στην καινούρια έκδοση του λογισμικού.
  • Στη μελέτη αναφέρονται οι πρωτοεμφανιζόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μετά τη χορήγηση του εμβολίου.